Γιάννης Μπεχράκης, ένας νεφελώδης παθιασμένος

μπεχράκης

Κάπου ανάμεσα στα χαρακώματα του πολέμου στο Αφγανιστάν και τα σπουδαιότερα αθητικά δρώμενα των τελευταίων δεκαετιών, υπήρχε πάντα ένας φακός που τολμούσε, που ανακάλυπτε το ακόμα πιο ξεχωριστό , που δε δίσταζε να απαθανατίσει την ωμή αλήθεια έτσι όπως ακριβώς λάμβανε τη δεδομένη στιγμή χώρα… ήταν ο φακός του Γιάννη Μπεχράκη, ενός εκ των σπουδαιότερων στο είδος του.

Το Σάββατο όμως που μας πέρασε ο επί σειρά ετών ανταποκριτής του REUTERS της Ελλάδας, ταξίδεψε χωρίς να φοβάται αν θα γυρίσει ζωντανός αυτή τη φορά. Ό,τι κατάφερε στο Αφγανιστάν, στο Ιράκ στη χαύρα που μετετράπη λόγω της δύνης στην οποία άντεχε για χρόνια η Σιέρα Λεόνε, δεν μπόρεσε να το καταφέρει αυτή τη φορά. Επαιξε άνισα με την επάρατη νόσο και δεν στάθηκε τυχερός, πίσω του όμως δεν άφησε μόνο τα δυο παιδιά και τη σύζηγό του, αλλά μπόλικα ακόμα διδάγματα για την ανθρωπότητα.

Μερικά μόνο από τα βραβεία με τα οποία αναγνωρίστηκε η δουλειά και το μεράκι του, ήταν εκτός  το Πούλιτζερ το οποίο κατέκτησε πρώτη φορλά Έλληνας,  ο τίτλος του «Έλληνα φωτορεπόρτερ της χρονιάς» 7 φορές από την Fuji. Είχε επίσης κερδίσει το πρώτο βραβείο στην κατηγορία «Ειδήσεις» στον παγκόσμιο φωτογραφικό διαγωνισμό WORLD PRESS PHOTO ανάμεσα σε 4.000 φωτογράφους από 122 χώρες και 40.000 φωτογραφίες. Το 2000 είχε βραβευτεί από το OVERSEAS PRESS CLUB of AMERICA στη Νέα Υόρκη για το καλύτερο ξένο ρεπορτάζ στις ΗΠΑ ενώ το 2002 κέρδισε το βραβείο Bayeux για τους πολεμικούς ανταποκριτές, στον ετήσιο παγκόσμιο διαγωνισμό για την βράβευση των δημοσιογράφων που καλύπτουν πολεμικές συγκρούσεις σε όλο τον κόσμο. Το 2015 η Guardian τον ανέδειξε ως τον φωτογράφο της χρονιάς πριν ακολουθήσει η ,με εμμονή ενασχόλησή του, καλύπτοντας την προσφυγική κρίση για την οποία διακρίθηκε παραχορώντας πολλές συνεντεύξεις για το θέμα και εξηγώντας διεξοδικά τι έβλεπε πίσω από τα ανατριχιαστικά πλάνα του, που δεν έκρυβαν μόνο ανθρωπιά και πίστη στις ανάγκες , αλλά απίστευτο σεβασμό και ήθος για τα ανθρώπινα δικαιώματα αλλά και πάθη!

ΠΕΔΙΑ ΜΑΧΩΝ

Εκεί στο πλευρό του στην Τουρκία για να περαττωθεί το επίμονο αυτό έργο για τους Σύρους πρόσφυγες και τις διαδρομές του, στεκόταν το επιτελείο του από το ROUTERS, οι κύριοι Άλκης Κωνσταντινίδης και  Αλέξανδρος Αβραμίδης. Με όσους ακόμα κι αν συνεργάστηκε πάντως, δεν υπήρξε άνθρωπος, όπως διαπιστώθηκε από το κλίμα  των επικήδειων ωρών, που να μη σημειώσει την αποφασιστικότητα αι την αίσθηση ευθύνης που είχε ο αποθανών ειδησεοφωτογράφος. Κόσσοβο, Τσετσενία, Παλαιστίνη, ο εμφύλιος στην Γιουγκοσλαβία πολύ πιο πριν και οι σύγχρονοι διαρκείς εμφύλιοι της Σιέρα Λεόνε, πεδίο όπου ουκ ολίγες φορές έπαιξε κορόνα γράμματα τη ζωή του και μόλις στα 40 του χρόνια δεν τρόμαξε στιγμή ανάμεσα  στους αντάρτες του RUF- Revolutionary United Front που είχαν καταλάβει τα αδαμαντωρυχεία να εξηγήσει τον τρόπο με τον οποίο, ο RUF αρπάζει ανθρώπους και τους ακρωτηριάζει ενώ έκανε κι ένα «μοντέρνο παιδομάζωμα», μετατρέποντας παιδιά 6 – 12 ετών σε μηχανές θανάτου, όπως αποκάλυπτε.

Ανατριχιαστικά αποσπάσματα από τα λεγόμενά του μας θυμίζουν :

Οι σφαίρες συνεχίζουν, γίνεται μάχη, εκρήξεις, αντιαρματικά όπλα, χειροβομβίδες… Είναι αλήθεια, δεν είναι Χόλιγουντ. Τρέχω να μπω κι εγώ στη ζούγκλα. Σχεδόν σκοντάφτω στην κάμερα του Μαρκ που είναι γεμάτη αίματα. Αισθάνομαι πως πλέω σε μια πισίνα με αδρεναλίνη, αισθάνομαι την κάθε μου αναπνοή, την κάθε σκέψη, είμαι σε άλλη διάσταση. Είμαι σίγουρος πως θα πεθάνω, αλλά δεν θέλω. Βγαίνω, τρέχω και μπαίνω μέσα στη ζούγκλα, τηυ διασχίζω, δεν ξέρω πώς έγιναν όλα αυτά. Τα κλωνάρια μου σκίζουν το πρόσωπο και το σώμα. Ακούω ανθρώπους να τρέχουν, ουρλιαχτά, φωνές, πυροβολισμούς, η κατάσταση είναι χαοτική

Για να συμπληρώσει λίγο αργότερα,αφού είχαν σκοτώσει ήδη τον κολλητό του τον Μαρκ :

«Θέλω να πεθάνω, δεν θέλω να γίνω ρεζίλι, θέλω να πεθάνω. Αν δω ότι δεν θα ξεφύγω θα ορμήσω πάνω τους, θα αυτοκτονήσω, πώς θα το κάνω; Έχω μόνο μια φωτογραφική μηχανή, θα την κοπανήσω στο κεφάλι μου. Κι εκεί με πιάνουν τα γέλια. Το γέλιο μού έδωσε αυτοπεποίθηση».

Το πιο εντυπωσιακό δεν είναι ότι είχε αποφασίσει να μετακομίσει στην Γιουγκοσλαβία για να καλύψει και το τελευταίο δευτερόλεπτο του πολέμου, μα το γεγονός ότι με τον Μαρκ είχαν πάρει μαζί την απόφαση να ταξιδέψουν στη Σιέρα Λεόνε…

Ο Μπεχράκης όμως, ο άνθρωπος που γλίτωσε και από τις οβίδες των Τσετσένων αυτονομιστών και από τα κτυπήματα του ISIS στο Αφρίν, ήταν ο φωτογράφος που είχε καλύψει το Ευρωμπάσκετ του 1987 και τον επικό θρίαμβο απέναντι στην Σοβιετική Ένωση με 103-101 υπέρ της Εθνικής μας. Ακολούθησαν μυριάδες φωτογραφίες από άλλα αθλητικά δρώμενα, μα εκτός από εκείνες των Ολυμπιακών Αγώνων, πρωτοτυπούσε σε δημοσιεύματα εκείνη με την κοπέλα της συγχρονισμένης κολύμβησης που χωρίς να ποζάρει ζωντανεύει μπροστά σου έτοιμη να ξεκινήσει το νούμερο που έχει ετοιμάσει.

https://twitter.com/Sandoval_Vzla/status/1102341923723988994

Μα και πόσες άλλες, ο Σύρος πατέρας που με την κουβέρτα στην πλάτη ποροστατεύει στοργικά το μικρό του περπατώντας και γίνεται ο διάσημος “ΣΟΥΠΕΡΜΑΝ” του φακού του, η τράτα με τα προσφυγόπουλα κάτω από την κοκκινισμένη σελήνη πρωτού σουρουπώσει για τα καλά, κι ένα σωρό ακόμα καλλιτεχνήματα που θαρρείς για μια στιγμή ότι προβάλλεται βίντεο ολόκληρο στα μάτια σου.

Ο διάσημος από την κάλυψη της πρώτης κρίσης στη Λυβυή του 1989, έφυγε προ ωρών σε ηλικία 59 παρά κάτι… μα μας δίδαξε με πόση αυταπάρνηση γίνεται το αληθινό ρεπορτάζ, ότι η αναμετάδοση δεν είναι η καλοστημένη εικόνα σου που θα προβάλλεος γυαλισμένος με τη σχστή κουάφ, γιατί επιχείρησε να τονίσει πως αν δεν είσαι , εν ολίγοις, γενημένος για αυτό, καλύτερα να κάτσεις σπίτι σου, γιατί ακόμα πιο απλά εκείνο που ζήταγε με περίσσιο ηρωισμό ήταν “να μην πει κάποιος ότι δεν ξέρει, ότι δεν έμαθε” με όλη την αντικειμενικότητα που χαρακτήριζε το λόγο και τις εικόνες του.